Τι είναι οι συναλλαγές Forex;
Η αγορά ξένου συναλλάγματος (Forex) είναι μια συνεχής αγορά στην οποία πραγματοποιούνται συναλλαγές των νομισμάτων διαφόρων χωρών, συνήθως μέσω χρηματομεσιτών ή brokers. Ξένα νομίσματα συνεχώς αγοράζονται και πωλούνται ταυτόχρονα στις τοπικές και διεθνείς αγορές, και οι επενδύσεις των εμπόρων αυξάνονται ή μειώνονται σε αξία ανάλογα με τις νομισματικές διακυμάνσεις. Οι συνθήκες της αγοράς ξένου συναλλάγματος ενδέχεται να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή ως αντίδραση, σε πραγματικό χρόνο, των γεγονότων που συμβαίνουν στον κόσμο.
Οι κύριοι λόγοι που προσελκύουν τους ατομικούς επενδυτές στις βραχυπρόθεσμες συναλλαγές ξένου συναλλάγματος είναι: η δυνατότητα πραγματοποίησης συναλλαγών 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, 5 ημέρες την εβδομάδα, με αδιάκοπη πρόσβαση για τους έμπορους Forex σε όλο τον κόσμο.
Επιπρόσθετα κίνητρα για την πραγματοποίηση συναλλαγών Forex είναι τα ακόλουθα:
- Μια τεράστια ρευστή αγορά, που διευκολύνει τις συναλλαγές στα περισσότερα νομίσματα.
- Ευμετάβλητες αγορές που προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες κέρδους.
- Πρότυπα εργαλεία Forex για τον έλεγχο της έκθεσης σε κίνδυνο.
- Δυνατότητα κέρδους σε ανοδικές ή πτωτικές αγορές.
- Μόχλευση με χαμηλές απαιτήσεις περιθωρίου (margin).
- Πολλές δυνατότητες για συναλλαγές χωρίς προμήθεια.
Στόχος του επενδυτή στις συναλλαγές Forex είναι να σημειωθεί για αυτόν κέρδος χάρη στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι συναλλαγές σε νομίσματα ή Forex πραγματοποιούνται πάντοτε με ζεύγη νομισμάτων. Για παράδειγμα, η συναλλαγματική ισοτιμία του ζεύγους
EUR/USD στις 26 Αυγούστου 2003 ήταν 1,0857. Ο αριθμός αυτός ονομάζεται επίσης "ισοτιμία ξένου συναλλάγματος" ή απλώς "ισοτιμία". Στην περίπτωση που ο επενδυτής είχε αγοράσει 1000 ευρώ τη συγκεκριμένη ημερομηνία, θα είχε πληρώσει 1085,70 δολάρια ΗΠΑ. Έναν χρόνο αργότερα, η ισοτιμία διαμορφώθηκε στο 1,2083, το οποίο σημαίνει ότι η αξία του ευρώ (του αριθμητή της αναλογίας EUR/USD) αυξήθηκε σε σχέση με το δολάριο ΗΠΑ. Ο επενδυτής θα μπορούσε τώρα να πουλήσει 1000 ευρώ και να λάβει 1208,30 δολάρια. Συνεπώς, ο επενδυτής θα είχε στην κατοχή του 122,60 περισσότερα δολάρια ΗΠΑ σε σχέση με το ποσό που είχε όταν ξεκίνησε τη συναλλαγή έναν χρόνο νωρίτερα. Ωστόσο, για να καταλάβουμε εάν ο επενδυτής έκανε μια πετυχημένη επένδυση, είναι απαραίτητη η σύγκριση της επιλογής επένδυσης αυτής με εναλλακτικές μορφές επενδύσεων. Η απόδοση επένδυσης (ROI) θα πρέπει τουλάχιστον να είναι συγκρίσιμη με την απόδοση μιας επένδυσης χωρίς κίνδυνο. Ένα παράδειγμα επένδυσης χωρίς κίνδυνο είναι τα μακροπρόθεσμα ομόλογα της κυβέρνησης των ΗΠΑ, επειδή δεν συνεπάγονται σχεδόν κινδύνους (όπως η χρεοκοπία της Αμερικανικής κυβέρνησης ή η ανικανότητα ή η απροθυμία της να τηρήσει τις χρηματικές υποχρεώσεις της).
(Σας επισημαίνουμε ότι η προηγούμενη απόδοση δεν είναι ενδεικτική της μελλοντικής απόδοσης) Πραγματοποιήστε συναλλαγές νομισμάτων μόνο όταν πιστεύετε ότι η αξία του νομίσματος που αγοράζετε θα αυξηθεί σε σχέση με την αξία του νομίσματος που πουλάτε. Εάν η αξία του νομίσματος που αγοράζετε πράγματι αυξηθεί, θα πρέπει να πουλήσετε ξανά το άλλο νόμισμα προκειμένου να έχετε κέρδος. Μια ανοιχτή συναλλαγή (οι οποία επίσης ονομάζεται ανοιχτή θέση) είναι μια συναλλαγή στην οποία ο επενδυτής αγόρασε ή πούλησε ένα συγκεκριμένο
ζεύγος νομισμάτων, ενώ δεν έχει ακόμη πουλήσει ή αγοράσει ξανά το ισότιμο ποσό για να κλείσει τη θέση αυτή.
Ωστόσο, εκτιμάται ότι περίπου το 70% με 90% της αγοράς FX βασίζεται σε υποθέσεις. Με άλλα λόγια, ο επενδυτής που αγόρασε ή πούλησε το νόμισμα δεν έχει ως σκοπό την απόδοση του νομίσματος, αλλά την αποκλειστική διαμόρφωση υποθέσεων σχετικά με τις διακυμάνσεις του συγκεκριμένου νομίσματος.
Οι συναλλαγές νομισμάτων πραγματοποιούνται σε ζεύγη και τα νομίσματα αγοράζονται και πωλούνται το ένα έναντι του άλλου. Η τιμή που χρησιμοποιείται στις συναλλαγές ονομάζεται συναλλαγματική ισοτιμία. Οι συναλλαγές στα περισσότερα νομίσματα πραγματοποιούνται έναντι του δολαρίου ΗΠΑ (USD). Τα τέσσερα νομίσματα που ακολουθούν, ως συνηθέστερα νομίσματα συναλλαγών, είναι το ευρώ (EUR), το γιεν Ιαπωνίας (JPY), η λίρα Αγγλίας (GBP) και το Ελβετικό φράγκο (CHF). Τα πέντε αυτά νομίσματα αποτελούν την πλειονότητα της αγοράς και ονομάζονται πρωτεύοντα νομίσματα ή "Majors". Ορισμένες πηγές συμπεριλαμβάνουν στα πρωτεύοντα νομίσματα και το δολάριο Αυστραλίας (AUD).
Το πρώτο νόμισμα στο ζεύγος συναλλάγματος ονομάζεται βασικό νόμισμα (ή base currency), ενώ το δεύτερο ονομάζεται αντίπαλο νόμισμα (ή counter currency ή quote currency). Συνεπώς, το αντίπαλο νόμισμα αποτελεί τον αριθμητή στην αναλογία, και το βασικό νόμισμα τον παρανομαστή. Η τιμή του βασικού νομίσματος (του παρανομαστή) είναι πάντοτε 1: η συναλλαγματική ισοτιμία δηλώνει σε έναν αγοραστή το ποσό των αντίπαλων νομισμάτων που πρέπει να δαπανήσει για την αγορά μιας μονάδας του βασικού νομίσματος. Η ισοτιμία δηλώνει επίσης σε έναν πωλητή το ποσό του αντίπαλου νομίσματος που θα λάβει με την πώληση μιας μονάδας του βασικού νομίσματος. Για παράδειγμα, μια ισοτιμία για το ζεύγος EUR/USD του 1,2083 δηλώνει σε αυτόν που θα αγοράσει ευρώ ότι θα πρέπει να καταβάλει 1,2083 δολάρια ΗΠΑ για την αγορά ενός ευρώ.
Σε οποιαδήποτε στιγμή και τόπο, στην περίπτωση που ένας επενδυτής αγοράσει κάποιο νόμισμα και το πουλήσει άμεσα (και δεν έχει παρουσιαστεί αλλαγή στην τιμή συναλλάγματος) θα σημειωθεί για εκείνον απώλεια. Αυτό συμβαίνει διότι η τιμή προσφοράς (η οποία αντιπροσωπεύει το ποσό που θα εισπραχθεί στο αντίπαλο νόμισμα με την πώληση μιας μονάδας του βασικού νομίσματος) είναι πάντα χαμηλότερη από την τιμή ζήτησης (που αντιστοιχεί στο ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί στο αντίπαλο νόμισμα με την αγορά μιας μονάδας του βασικού νομίσματος). Για παράδειγμα, οι τιμές προσφοράς/ζήτησης EUR/USD στην τράπεζά σας μπορεί να είναι 1,2015/1,3015, αποτελώντας ένα spread (άνοιγμα) 1000 pips (τα οποία ονομάζονται και σημεία: ένα pip = 0,0001). Το συγκεκριμένο spread είναι αρκετά υψηλό σε σχέση με τις τιμές προσφοράς/ζήτησης (bid/ask) που συναντούν συνήθως οι επενδυτές ξένου συναλλάγματος που εκτελούν συναλλαγές online, όπως ενδεικτικά 1,2015/1,2020, με spread 5 pips. Σε γενικές γραμμές, οι επενδυτές ξένου συναλλάγματος προτιμούν μικρά spreads, επειδή χρειάζονται μικρότερες διακυμάνσεις στις τιμές συναλλάγματος προκειμένου να σημειωθεί για εκείνους κέρδος.
Οι περισσότεροι έμποροι Forex, συμπεριλαμβανομένης και της Easy Forex™, αντλούν τα κέρδη τους από τα spreads των συναλλαγματικών ισοτιμιών.
Οι τράπεζες και/ή οι πάροχοι online συναλλαγών χρειάζονται εγγύηση για να εξασφαλίσουν ότι ο επενδυτής θα είναι σε θέση να πληρώσει, εάν σημειωθεί για αυτόν απώλεια. Η εγγύηση αυτή ονομάζεται περιθώριο (ή margin), και στις αγορές Forex ονομάζεται επίσης ελάχιστη εγγύηση. Αποτελεί στην πράξη μια κατάθεση στον λογαριασμό του επενδυτή, η οποία προορίζεται για την κάλυψη οποιασδήποτε μελλοντικής απώλειας στις συναλλαγές.
Το περιθώριο επιτρέπει στους επενδυτές να πραγματοποιήσουν συναλλαγές σε αγορές που διαθέτουν ελάχιστα ποσά συναλλαγών, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο μπορούν να διατηρήσουν μια θέση πολύ μεγαλύτερη από την αξία του λογαριασμού τους. Οι συναλλαγές με περιθώρια αυξάνουν επίσης και την αναλογία κέρδους, αλλά τείνουν να μεγεθύνουν και τις προοπτικές απώλειας, επιπροσθέτως του συστηματικού κινδύνου.
Η χρηματοδοτική
μόχλευση, δηλαδή η χρήση πίστωσης, όπως για παράδειγμα η εκτέλεση συναλλαγών με περιθώριο, είναι ευρέως διαδεδομένη στην αγορά Forex. Tο δάνειο/πίστωση στον λογαριασμό σας περιθωρίου είναι εγγυημένο από την αρχική σας κατάθεση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το να μπορείτε να είστε σε θέση να ελέγχετε 100.000 δολάρια ΗΠΑ με μόλις 1.000 δολάρια ΗΠΑ. Μια σχετικά μικρή κίνηση στην αγορά θα έχει μια αναλογικά μεγαλύτερη επίπτωση στο κεφάλαιο που καταθέσατε ή που ενδεχομένως θα καταθέσετε. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει υπέρ σας ή και κατά σας. Ενδέχεται να υποστείτε την ολική απώλεια του κεφαλαίου περιθωρίου που καταθέσατε και των πρόσθετων κεφαλαίων που καταθέσατε για να διατηρήσετε τις θέσεις σας.
Μια συναλλαγή τοις μετρητοίς (spot) είναι μια απλή ανταλλαγή ενός νομίσματος με ένα άλλο. Η τιμή τοις μετρητοίς (ή τιμή spot) αποτελεί την τρέχουσα τιμή στην αγορά, και ονομάζεται επίσης τιμή αναφοράς. Οι συναλλαγές τοις μετρητοίς δεν απαιτούν τον άμεσο διακανονισμό. Η ημερομηνία διακανονισμού ή "value date," είναι η δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά από την "ημερομηνία συμφωνίας" (ή "ημερομηνία συναλλαγής" ή "trade date") στην οποία η συναλλαγή συμφωνήθηκε από τους δυο επενδυτές. Αυτό το διάστημα των δύο ημερών παρέχει τον απαραίτητο χρόνο για να επιβεβαιωθεί η συμφωνία και να διευθετηθούν η εκκαθάριση και η απαραίτητη χρέωση και πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών σε διαφορετικές διεθνείς τοποθεσίες.
Παρόλο που οι συναλλαγές Forex μπορούν να αποφέρουν εξαιρετικά επικερδή αποτελέσματα, συνεπάγονται και
κινδύνους όσον αφορά: τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, τα επιτόκια, τις πιστώσεις, καθώς και κινδύνους που σχετίζονται με τις χώρες. Περίπου το 80% όλων των συναλλαγών σε νομίσματα διαρκεί για μια περίοδο επτά ημερών ή και λιγότερο, ενώ πάνω από το 40% των συναλλαγών δεν ξεπερνά σε διάρκεια τις δυο ημέρες. Δεδομένης της εξαιρετικά μικρής διάρκεια ζωής μιας τυπικής συναλλαγής, ορισμένοι τεχνικοί δείκτες επηρεάζουν σημαντικά τις αποφάσεις σχετικά με την είσοδο, την έξοδο και την τοποθέτηση εντολών στις συναλλαγές.