Ευμεταβλητότητα

 
Ως ευμεταβλητότητα (στις συναλλαγές Forex) νοείται το ποσό αβεβαιότητας ή κινδύνου που σχετίζεται με το μέγεθος των διακυμάνσεων σε μια συναλλαγματική ισοτιμία. Μια μεγαλύτερη ευμεταβλητότητα συνεπάγεται ότι μια συναλλαγματική ισοτιμία μπορεί ενδεχομένως να εξαπλωθεί σε μεγαλύτερο εύρος τιμών. Δηλαδή, η τιμή του νομίσματος ενδέχεται να αλλάξει δραματικά σε μικρό χρονικό διάστημα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Αντίθετα, μια μικρή ευμεταβλητότητα σημαίνει ότι μια ισοτιμία δεν παρουσιάζει δραματικές διακυμάνσεις, αλλά αλλάζει σταδιακά σε μεγάλο χρονικό διάστημα.

Συνήθως, όσο μεγαλύτερη είναι η ευμεταβλητότητα, τόσο μεγαλύτερος προκύπτει ο δείκτης κινδύνου του συγκεκριμένου ζεύγους νομισμάτων.

Από τεχνικής απόψεως, ο όρος "Ευμεταβλητότητα" αναφέρεται στην τυπική απόκλιση της αλλαγής της αξίας ενός χρηματοοικονομικού εργαλείου σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Συνήθως χρησιμοποιείται για την ποσοτικοποίηση του δείκτη κινδύνου ενός ζεύγους νομισμάτων στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Η ευμεταβλητότητα τυπικά εκφράζεται σε ετήσια βάση, και μπορεί να είναι ένας απόλυτος αριθμός ($0,3000) ή ένα ποσοστό της αρχικής τιμής (8,2%).

Σε γενικές γραμμές, η ευμεταβλητότητα αναφέρεται στο βαθμό της απρόβλεπτης μεταβολής της ισοτιμίας ενός συγκεκριμένου ζεύγους νομισμάτων με την πάροδο του χρόνου. Αντιπροσωπεύει τον δείκτη κινδύνου που αντιμετωπίζουν όσοι είναι εκτεθειμένοι σε αυτό το ζεύγος νομισμάτων.
 
Η ευμεταβλητότητα στην αγορά
 
Η ευμεταβλητότητα συχνά θεωρείται αρνητικός παράγοντας, επειδή αντιπροσωπεύει την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο. Ωστόσο, η υψηλή ευμεταβλητότητα συνήθως καθιστά τις συναλλαγές Forex περισσότερο ελκυστικές για εκείνους που δραστηριοποιούνται στην αγορά. Η δυνατότητα κέρδους σε ευμετάβλητες αγορές αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για τους επενδυτές που πραγματοποιούν ημερήσιες συναλλαγές, ενώ βρίσκεται σε αντίθεση με τη στρατηγική των μακροπρόθεσμων επενδυτών (γνωστή και ως "αγορά προς διακράτηση" ή "buy and hold").

Η ευμεταβλητότητα δεν συνεπάγεται κατεύθυνση, απλώς περιγράφει τον βαθμό διακυμάνσεων μιας συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ένα ευμετάβλητο ζεύγος νομισμάτων είναι πιθανόν να αυξηθεί ή να μειωθεί σε αξία περισσότερο από ένα μη ευμετάβλητο ζεύγος.

Για παράδειγμα, μια συνήθης "συντηρητική" επένδυση (όπως ένας λογαριασμός αποταμίευσης), χαρακτηρίζεται από χαμηλή ευμεταβλητότητα. Δεν πρόκειται να παρουσιάσει απώλειες της τάξης των 30%, αλλά ούτε και τόσο υψηλά κέρδη.
 
Η ευμεταβλητότητα με την πάροδο του χρόνου
 
Η ευμεταβλητότητα ενός ζεύγους νομισμάτων αλλάζει με την πάροδο του χρόνου. Υπάρχουν ορισμένες περίοδοι στις οποίες οι τιμές αυξάνονται και μειώνονται γρήγορα (υψηλή ευμεταβλητότητα), ενώ σε άλλες δεν μεταβάλλονται σχεδόν καθόλου (χαμηλή ευμεταβλητότητα).