Όταν αναφερόμαστε στα επιτόκια των ΗΠΑ, συνήθως οι σκέψεις μας αφορούν το πόσο θα μας κοστίσει να δανειστούμε χρήματα (για τα ενυπόθηκα δάνειά μας ή για άλλους σκοπούς) ή το πόσα χρήματα θα αποδώσουν οι επενδύσεις μας σε ομόλογα και στη χρηματιστηριακή αγορά.
Οι σκέψεις των επενδυτών σε συνάλλαγμα δεν σταματούν όμως εκεί. Η πολιτική των επιτοκίων αποτελεί στην πραγματικότητα τον κύριο παράγοντα επιρροής στις νομισματικές ισοτιμίες και, γενικότερα, μια κεντρική στρατηγική για τους επενδυτές σε συνάλλαγμα.
Βασικά, εάν μια χώρα αυξήσει τα επιτόκιά της, το νόμισμα της χώρας αυτής θα ισχυροποιηθεί, επειδή τα υψηλότερα επιτόκια προσελκύουν περισσότερους ξένους επενδυτές. Όταν οι ξένοι επενδυτές επενδύουν σε κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, θα πρέπει να πουλήσουν το νόμισμά τους και να αγοράσουν δολάρια ΗΠΑ προκειμένου να αγοράσουν τα ομόλογα. Εάν θεωρείτε ότι τα επιτόκια των ΗΠΑ θα εξακολουθούν να αυξάνονται, θα μπορούσατε να μετατρέψετε τις σκέψεις σας σε πράξεις μέσω της αγοράς (long) δολαρίων ΗΠΑ.
Με απλά λόγια: επιθυμείτε να "αγοράσετε" ένα συγκεκριμένο νόμισμα, το οποίο θα σας "αποδώσει" περισσότερους τόκους από το νόμισμα με το οποίο το αγοράζετε, που αυτή τη στιγμή σας "αποδίδει" λιγότερους τόκους.
Στην περίπτωση που πιστεύετε ότι η Fed (η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ) σταμάτησε την αύξηση των επιτοκίων για το προσεχές μέλλον, θα μπορούσατε να επωφεληθείτε από αυτή την άποψή σας αγοράζοντας ένα νόμισμα με υψηλότερη ισοτιμία ή ένα νόμισμα για την τιμή του οποίου υπάρχει τουλάχιστον η προοπτική να αυξηθεί.
Για παράδειγμα, μπορεί τα επιτόκια στις ΗΠΑ να είναι την παρούσα στιγμή υψηλότερα από εκείνα της Ευρωζώνης, όμως η προοπτική υψηλότερων επιτοκίων στην Ευρωζώνη (εντούτοις ακόμη χαμηλότερα από εκείνα των ΗΠΑ), ενδέχεται να ωθήσει τους επενδυτές να αγοράσουν ευρώ.
Η τιμή της αγοράς για τις
προθεσμιακές συμφωνίες Forex βασίζεται σε δυο κύριους παράγοντες: στην τρέχουσα ισοτιμία συναλλάγματος (ισοτιμία όψεως ή "spot") και στη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων των δυο νομισμάτων.