Προσομοιωτής Συναλλαγών
Άνοιξε Λογαριασμό

Ιστορική Ανασκόπηση της Αγοράς Forex

 
Το παρόν άρθρο αποτελεί μια ιστορική ανασκόπηση της αγοράς ξένου συναλλάγματος. Περιγράφει τις ιστορικές εξελίξεις των διεθνών νομισματικών συναλλαγών, από τις ημέρες του κανόνα του χρυσού, τη Συμφωνία του Bretton Woods, έως τη σημερινή πραγματικότητα.
 
Η εποχή του κανόνα του χρυσού και η Συμφωνία του Bretton Woods.
 
Η Συμφωνία του Bretton Woods, που υπεγράφη το 1944, πρόσδεσε με σταθερή ισοτιμία τα εθνικά νομίσματα στο δολάριο, το οποίο ήταν μετατρέψιμο σε χρυσό με την εξίσου σταθερή ισοτιμία των 35 δολαρίων ΗΠΑ ανά ουγκιά χρυσού. Το 1967, μια τράπεζα του Σικάγο αρνήθηκε να παραχωρήσει σε έναν καθηγητή πανεπιστημίου (τον Milton Friedman) δάνειο σε λίρες Αγγλίας, επειδή σκόπευε να χρησιμοποιήσει το κεφάλαιο αυτό για να προβεί σε ακάλυπτη πώληση του Βρετανικού νομίσματος. Η άρνηση της τράπεζας βασιζόταν στη Συμφωνία του Bretton Woods.

Η Συμφωνία αυτή στόχευε να καθιερώσει τη διεθνή νομισματική σταθερότητα εμποδίζοντας την ανεξέλεγκτη διαρροή χρημάτων από χώρα σε χώρα, καθώς και την παρεμπόδιση της κερδοσκοπίας επί των διεθνών νομισμάτων. Πριν από τη συμφωνία Bretton Woods, το διεθνές οικονομικό σύστημα καθοριζόταν από τον κανόνα του χρυσού, ο οποίος επικρατούσε μεταξύ του 1876 και του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Την εποχή του κανόνα του χρυσού, τα νομίσματα χαρακτηρίζονταν από συνεχή σταθερότητα, διότι βασίζονταν στην τιμή του χρυσού.

Ο κανόνας του χρυσού, ωστόσο, παρουσίαζε τεράστιες διακυμάνσεις στο εσωτερικό του οικονομικού κύκλου (boom-bust patterns). Καθώς μια οικονομία γινόταν ισχυρότερη, προέβαινε σε υπέρογκες εισαγωγές έως ότου εξαντληθούν τα αποθέματά της σε χρυσό, τα οποία ήταν απαραίτητα για τη στήριξη του νομίσματός της. Μειωνόταν κατά συνέπεια το χρηματικό απόθεμα, αυξάνονταν τα επιτόκια, ενώ η οικονομική δραστηριοποίηση επιβραδυνόταν έως την ύφεση. Τέλος, οι τιμές των βασικών αγαθών έφταναν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα και είλκυαν το ενδιαφέρον των άλλων χωρών, οι οποίες καταβάλλονταν από αγοραστική μανία και εισήγαγαν χρυσό στην οικονομία της πρώτης χώρας αυξάνοντας έτσι τα αποθέματά της σε χρυσό. Αυτό μείωνε τα επιτόκια και αποκαθιστούσε την ευημερία της οικονομίας. Οι τεράστιες οικονομικές διακυμάνσεις αυτού του είδους αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο σε όλες τις χώρες στις οποίες κυριαρχούσε ο κανόνας του χρυσού, έως τη στιγμή που ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος διέκοψε προσωρινά τη ροή του εμπορίου και την ελεύθερη διακίνηση του χρυσού.

Η Συμφωνία του Bretton Woods υπεγράφη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με σκοπό τη σταθεροποίηση και τη ρύθμιση της διεθνούς αγοράς Forex. Οι συμμετέχουσες χώρες συμφώνησαν ότι θα προσπαθήσουν να διατηρήσουν τις ισοτιμίες των νομισμάτων τους σταθερές (με μικρές μόνο αποκλίσεις) έναντι του δολαρίου και, συνεπώς, έμμεσα έναντι του χρυσού μέσω καθορισμένης ισοτιμίας . Το δολάριο απέκτησε κατ' αυτόν τον τρόπο προνομιακή θέση ως νόμισμα αναφοράς, αντανακλώντας τη μετακίνηση της διεθνούς οικονομικής κυριαρχίας από την Ευρώπη στις ΗΠΑ. Στις συμμετέχουσες χώρες απαγορευόταν να προβαίνουν στη γενική υποτίμηση των νομισμάτων τους με σκοπό την ωφέλεια των διεθνών εμπορικών συναλλαγών τους. Τους επιτρεπόταν μόνο να προβούν σε μια υποτίμηση που δεν θα υπερέβαινε το 10%. Ο μεγάλος όγκος του διεθνούς εμπορίου ξένου συναλλάγματος οδήγησε σε τεράστιες μετακινήσεις κεφαλαίων, οι οποίες προέκυψαν από τη μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 1950. Οι μετακινήσεις αυτές αποσταθεροποίησαν τις ισοτιμίες ξένου συναλλάγματος που είχαν σταθεροποιηθεί από τη Συμφωνία του Bretton Woods.

Το 1971 διακηρύχθηκε η εγκατάλειψη του συστήματος του Bretton Woods, δηλαδή το δολάριο ΗΠΑ έπαψε να είναι μετατρέψιμο σε χρυσό. Το 1973, οι δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης ήλεγχαν πλέον τα νομίσματα των κυριότερων βιομηχανοποιημένων χωρών, τα οποία διακινούνταν με μεγαλύτερη ελευθερία από χώρα σε χώρα. Οι τιμές κυμαίνονταν συνεχώς και οι όγκοι, η ταχύτητα και η μεταβλητότητα των τιμών αυξήθηκαν καθόλη τη διάρκεια της δεκαετίας των 1970. Εμφανίστηκαν νέα χρηματοοικονομικά εργαλεία, καθώς και η απορρύθμιση της αγοράς και η απελευθέρωση του εμπορίου.

Η εμφάνιση των υπολογιστών και της τεχνολογίας στη δεκαετία του 1980 επιτάχυνε τη συνεχή διαδικασία επέκτασης της αγοράς για τη διασυνοριακή διακίνηση κεφαλαίων ανάμεσα στις περιοχές της Ασίας, της Ευρώπης και της Αμερικής, ανεξάρτητα από τις διαφορετικές ζώνες ώρας. Οι συναλλαγές ξένων νομισμάτων αυξήθηκαν έντονα από σχεδόν 70 δισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα στη δεκαετία του 1980 σε περισσότερο από 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια την ημέρα δυο δεκαετίες αργότερα.
 
Η ραγδαία ανάπτυξη της Ευρωαγοράς
 
Η γρήγορη εξέλιξη της αγοράς Ευρωδολαρίων, όρος που αναφέρεται σε καταθέσεις δολαρίων ΗΠΑ εκτός των ΗΠΑ, αποτέλεσε τον κύριο μηχανισμό για την επιτάχυνση των συναλλαγών ξένων νομισμάτων. Ομοίως, οι Ευρωαγορές είναι οι αγορές όπου τα κεφάλαια κατατίθενται εκτός της περιοχής της προέλευσής τους. Η αγορά Ευρωδολαρίων εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1950, όταν τα έσοδα πετρελαίων της Σοβιετικής Ένωσης (που ήταν όλα σε δολάρια) κατατίθονταν εκτός των ΗΠΑ, λόγω του φόβου ότι οι Αμερικανικές αρχές ρύθμισης θα τα πάγωναν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλου όγκου υπεράκτιων (offshore) καταθέσεων δολαρίων, ο οποίος όμως βρισκόταν εκτός της σφαίρας ελέγχου των αρχών των ΗΠΑ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ επέβαλε νόμους με σκοπό τον περιορισμό του δανεισμού δολαρίων σε όσους δεν ήταν Αμερικανοί. Οι Ευρωαγορές ήταν ιδιαίτερα ελκυστικές επειδή χαρακτηρίζονταν από σαφώς λιγότερες ρυθμίσεις και κανονισμούς και παράλληλα προσέφεραν υψηλότερες αποδόσεις. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και έπειτα, οι επιχειρήσεις των ΗΠΑ ξεκίνησαν να δανείζονται από υπεράκτιες εταιρείες, διότι θεωρούσαν τις Ευρωαγορές ιδανικές για να τη φύλαξη της περίσσειας ρευστότητας, την παροχή βραχυπρόθεσμων δανείων και τη χρηματοδότηση εισαγωγών και εξαγωγών.

Το Λονδίνο ήταν και παραμένει η κύρια υπεράκτια αγορά. Στη δεκαετία του 1980, μετατράπηκε στο σημαντικότερο κέντρο της αγοράς Ευρωδολαρίων, όταν οι Βρετανικές τράπεζες άρχισαν να δανείζουν δολάρια ως εναλλακτική λύση στη λίρα, προκειμένου να διατηρήσουν την ηγετική τους θέση στη διεθνή οικονομία. Η στρατηγική γεωγραφική θέση του Λονδίνου (η οποία επιτρέπει τη λειτουργία των αγορών κατά τη διάρκεια των ωραρίων συναλλαγών των Ασιατικών και Αμερικανικών αγορών) αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα για τη διατήρηση της κυριαρχίας του στην Ευρωαγορά.